Σονέτο ποιητικῆς

Στὴν ποίηση ντρεπόμαστε τὴ γύμνια,
γιατί ξεγυμνωθήκαμε ἀπ’ τὸν ὄφι
ἅπαξ καὶ διὰ παντός. Γίνανε γνόφοι
οἱ ξαστεριὲς καὶ βέβηλα τὰ τίμια.

Κατασπαράζουμε ἔννοιες σὰν ἀγρίμια.
Στὸ βάθος στέκουν λόφοι κι ἄλλοι λόφοι,
ἐνῶ στὴ φαντασία φιλοσοφι-
κὰ μπλέκει ἡ ἀρχοντιὰ μὲ τὴν ταπείνια.

Στὴν ποίηση σφραγίζουμε φακέλους,
νὰ τοὺς κληρονομήσουν οἱ ἀπογόνοι
κι ἀφοῦ τοὺς ἀπαλλάξουν ἀπ’ τὴ σκόνη,

νὰ τοὺς θαρροῦν σταλμένους ἀπ’ ἀγγέλους.
Μὰ σὰν ἰχνοπατούσαμε τὸ χιόνι,
δὲν ἤμασταν Ποιητές, ἀλλὰ δαιμόνοι.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τα Τετράδια του Ελπήνορα, τεύχος 1)